just saying..

TOP 10 Γκόμενοι της Ελένης Βλαχάκη

the makarenia

tanga

Ο αχαλίνωτος ερωτισμός της βρωμόστομης γκαρσόνας Α’ δεν κρύβεται. Όταν η Ελένη η Βλαχάκη σταμπάρει γκόμενο, παθαίνει ντουβρουτζά. Κάνει το τηλέφωνο σκουλαρίκι, παριστάνει την παιδούλα, μπαλαμουτιάζεται βογκώντας σε δημόσια θέα, στον ανεκδιήγητο καναπέ της στην οικία των προγόνων του επίκουρου, και τελικά, με μαθηματική ακρίβεια, μένει πάλι μπακουρομπάκουρο, σαν την Μανταρινάκαινα. Ιδού οι δέκα πιο απολαυστικοί, πιο κουλοί, πιο… πιο μνηστήρες της ωραίας Βλαχάκη.

 Likebutton

View original post 763 more words

Just as long as you stand by me.

Τι μου συμβαίνει;

Δεν μοιάζει με πεταλούδες στο στομάχι

Ή μάλλον δεν μοιάζει πλέον έτσι.

Έτσι φάνταζε στις αρχές

Τότε που κρυβόμουν λίγο παραπέρα, τυχαία δήθεν

Και έτρεμε το φυλλοκάρδι μου, ανυπομονούσα μήπως μου μιλήσεις

Με ρωτήσεις, πως πάει το διάβασμα,πόσες ώρες κοιμήθηκα, τι έφαγα για πρωινό

Και τότε οι πεταλούδες φτεροκοπούσαν επίμονα

Και με έναν τρόπο μαγικό, μεταμορφώνονταν

Έβγαιναν απ’το στόμα μου, και σε στόλιζαν με λόγια όμορφα απ’την κορφή ως τα νύχια

Δεν έχω έμπνευση συγγνώμη. Ξέρω μόνο οτι θέλω να μείνεις κοντά μου. Ξέρω οτι θέλω να κάνουμε βόλτα στη Θεσσαλονίκη, να σε ξαπλώνω στην Νέα Παραλία και να σε φιλάω μέχρι να σκάσεις. Και αυτό δεν μπορώ να το αποδώσω ποιητικά. Απλά μείνε δίπλα μου. Όσο αντέξουμε.

“If the sky that we look upon should tumble and fall and the mountains should crumble to the sea,I won’t cry,no I won’t shed a tear.Just as long as you stand by me. “

για λίγο

Μαύροι κύκλοι κάτω απ’ τα μεγάλα μελαγχολικά μάτια του.

Δεν κοιμάται τα βράδια. Διαβάζει πιθανόν ή ονειρεύεται..
Δε σηκώνει το βλέμμα να κοιτάξει προς το μέρος μου. Τι φοβάται; 
Ανέκφραστος. 
 
Σίγουρα νιώθει τα μάτια μου να τον χαϊδεύουν, όση ώρα περπατάει λίγο παραπέρα..
 
 
Ούτε σήμερα μου χάρισε ένα βλέμμα. 
 
Φοβάται.
Φοβάται να ερωτευτεί. 
Είναι απ’ αυτούς που δεν ξεχνάνε.
Απ’αυτούς που μπορούν να αφεθούν. να θυσιάσουν τον εγωισμό τους στο βωμό του έρωτα, να παραδοθούν.
Απ’αυτούς που χάνονται τη νύχτα σε ξεχασμένα σοκάκια, μόνο με ένα ζευγάρι ακουστικά.
Απ’αυτούς που κοιτούν τον ουρανό το βράδυ και θυμούνται, κοιτούν τα αστέρια και τραγουδούν γλυκά. 
 
Ούτε σήμερα μου χάρισε ένα βλέμμα. 
 
Κοιτώ απο μακριά τα χείλη του.Κρεμόμουν απο κάθε γέλιο του, απο κάθε του μιλιά. 
Ξαφνικά, όλα μου τα όνειρα, όλες οι προσδοκίες και οι κρυφές επιθυμίες, πήραν τη μορφή του. 
 
 
Πάρε με μαζί σου. Άσε με να κολυμπήσω στο βάθος των ματιών σου, να γίνω ναυαγός σε ένα σου βλέμμα. Κ’ ας μην μ’αγαπήσεις ποτέ. Και ας μη μου χαρίσεις ποτέ  λίγο απ’τον κόσμο που κρύβεις μέσα σου.
 
 
 
Για λίγο μόνο.

Καλοκαίρια θα ξαναρθούν τόσο γρήγορα όσο περνούν

Σεπτέμβρης,δειλινό
Ο ουρανός μωβ,χρωματίζει τη φουρτουνιασμένη θάλασσα.
-Στις οχτώ και μισή φεύγει το τρένο σήμερα,να ξέρεις.-
Ο πορτοκαλής ο ήλιος βυθίστηκε γοργά,πριν προλάβει να ξεπροβάλει στον ουρανό το πρώτο αστέρι.
Φυσά αέρας. Δε μιλάς.
Τα τσιγάρα σου άθικτα,πεταμένα βίαια πίσω απ’τις γαλάζιες ξαπλώστρες.
-Είχες κάμποσα νεύρα χθες. Γιατί;-
Λίγο παραπέρα μια παρέα πίνει μπύρες. Αγόρια και κορίτσια. Γέλια και τραγούδια. Δεν ταιριάζω εγώ μ’αυτούς. Φεύγω.
Σκοτάδι,νυχτώνει. Μικρύνε η μέρα φαίνεται. Πάλι απ’την αρχή. Ένας βαρύς και ασήκωτος χειμώνας πλησιάζει απειλητικά..
Το καλοκαίρι παίρνει τις βαλίτσες του,παίρνει και σένα μαζί, αφήνει πίσω έρωτα,γέλια,ξενοιασιά , επιβιβάζεται στο τρένο και μας κουνάει το μαντίλι του,χαμογελώντας χαιρέκακα.
Δεν πειράζει. Του χρόνου πάλι.
Ηρεμία. Κάθομαι στην αμμουδιά. Το χώμα ζεστό απ’τη χθεσινή τη νύχτα ακόμη. Λίγο παραδίπλα,ένας ψαράς μεγάλης ηλικίας με το εγγόνι του,ετοιμάζει τα δολώματα του για τη σημερινή νύχτα`
“Ατύχησες ψαρά. Δεν έχει ψαριά σήμερα. Έχει φεγγάρι ολόγιομο και κρύβονται απ’το φως γιατί φοβούνται.”
-Κάθε χρόνο φεύγεις. Δεν τον βαστάς τον χειμώνα,έτσι δεν είναι;-
Ένα ξεχασμένο βιβλίο,με κιτρινιασμένα,σαρακοφαγωμένα φύλλα και ένα ψάθινο καπέλο σα να αχοφαίνονται λίγο πιο κάτω. Τα φώτισε η πανσέληνος.
-Κοίτα να δεις! Σα χρυσαφένια φαντάζουν!-
Μα,για στάσου. Δικά σου είναι. Από εχτές το μεσημέρι.
-” Αχ,όμορφα τα καλοκαιρινά τα μεσημέρια!” –
Λυπάμαι.
Ξέχασες.
Του χρόνου πάλι.

Let me introduce myself !

Let me introduce myself !.

…ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΛΑΘΟΣ

ΠΑΡΑΜΥΘΟΥΠΟΛΗ

..Μιά φορά καί έναν καιρό ήτανε Νύχτα παντού…
Μιά νύχτα,πηχτή,παγωμένη,πού κυλούσε μέσα στά χέρια τού ήρωα τού παραμυθιού μας.
Αυτός ο ήρωας είχε πολλά ονόματα
ΠΑΝ-ΣΟΦΟΣ,ΠΑΝ-ΑΓΑΘΟΣ,ΠΑΝ-ΤΟΓΝΩΣΤΗΣ,ΠΑΝ-ΝΤΟΔΥΝΑΜΟΣ.Καί όλα άρχιζαν από ΠΑΝ…
Εμείς θά τό λέμε απλά “ΠΑΝ(ΑΠ’ΟΛΑ)”.
Τό ΠΑΝ(ΑΠ’ΟΛΑ) λοιπόν ένοιωθε τήν νύχτα νά τό περιτριγυρίζει, νά τού χαιδεύεται καί νά τού ψιθυρίζει τά λόγια τών προγόνων του ότι είναι ο άρχοντας όλων τών κόσμων,ότι είναι ότι πιό δυνατό υπήρξε η θά υπάρξει παντού καί άλλα τέτοια μεγαλόσχημα…
Όμως σέ κάποια άκρια τού τεράστιου,ομολογουμένως, μυαλού του τριγύριζαν κάποια σκοτεινά καί μοιραία,όπως θά δούμε παρακάτω, πράγματα πού τά λένε σκέψεις.
Αυτά τά πραγματάκια τού ψιθύριζαν:
Τί αξία έχει νά είσαι ΠΑΝ…. άν είσαι μόνος???
Τί αξία έχει νά είσαι ΠΑΝ…. άν δέν μπορείς να κάνεις πράγματα???
καί άλλα τέτοια,εμπρηστικά λογάκια,πού στά αυτιά τού ήρωα μας ακούγοταν πέρα γιά πέρα αληθινά καί λογικά.Αποφασίζει λοιπόν νά φτιάξει ένα σκηνικό γιά νά μπορεί νά πρωταγωνιστεί…

View original post 669 more words

Μπήκε η ψυχή μου γυμνή στη σοφίτα

Κλειστό φως, ανοιχτό παράθυρο, φωνές μικρών αγοριών που παίζουν απέναντι ποδόσφαιρο. Όνειρα, σκέψεις, άγχος, μέλλον. Νιώθω την ανάγκη να μιλήσω, να εκφραστώ. Νιώθω το κεφάλι μου έτοιμο να εκραγεί, να σπάσει σε χίλια μικρά κομμάτια. Δεν ξέρω τι ακριβώς θέλω, τι είναι σωστό, τι είναι λάθος. Σκέψεις, για το τώρα, το μετά, το αργότερα. Γιατί όλη αυτή η ταλαιπωρία; Γιατί; Πίεση, πολλή πίεση. Ίσως είναι για καλό, ίσως και όχι. Άγχος επίσης. Αξίζει άραγε όλος αυτός ο πόλεμος με το χρόνο, με τον κόσμο, με τα βιβλία γύρω μου; Αξίζουν όλα αυτά τα ατέλειωτα βράδια χωρίς ύπνο; Θολό μυαλό, καθόλου συγκέντρωση, καθόλου πρόγραμμα..Όλα φλου, όλα όπως μου βγουν και όποτε κάτσει. Κοιτώ το ταβάνι , τρίβω τα μάτια και απολαμβάνω σαν μαστουρωμένη τα κόκκινα,κίτρινα,μπλε σχηματάκια που εμφανίζονται. Νιώθω κουρασμένη. Δεν ξέρω, απο που να αρχίσω, που να τελειώσω, τι να κάνω, και το ρολόι απέναντι με κοιτάει απειλητικά, υπενθυμίζοντας μου, πως άλλη μια ολόκληρη ημέρα πήγε χαμένη. Μια μέρα χωρίς καθόλου γέλιο, χωρίς καθόλου έρωτα, χωρίς καθόλου διάβασμα, χωρίς καθόλου παρέα. Μονάχα εγώ, αντιμέτωπη με τις σκέψεις μου. Σταματάνε για λιγάκι οι σκέψεις και ξαφνικά  ακούγεται από δίπλα ο ήχος του πιάνου της γειτόνισσας,  έπαιζε τη σονάτα του σεληνόφωτος. Νιώθω σαν τον Ρίτσο, όση ώρα έγραφε το ομώνυμο ποίημα , ακουγόταν η πανέμορφη μελωδία του Μπετόβεν έξω από το παράθυρό του, όλη νύχτα..Κλείνω τα μάτια, χάνομαι λίγο στον ήχο, προσπαθώ να αφεθώ, να κοιμηθώ, να ονειρευτώ, να ορκιστώ στον εαυτό μου πως όλα αυτά θα αλλάξουν, να πιστέψω πως θα έρθουν μέρες καλύτερες , δεν θα αργήσουν πολύ. Θα με σώσουν από τον τόσο πυκνό και καλά δομημένο ιστό της αράχνης που λέγεται “σκέψη”. Και όλο υφαίνει τον ιστό της, αμέριμνη, προσπαθώντας να εγκλωβίσει τα όνειρά μου, άτυχα θύματα πέφτουν στην παγίδα της.